Ερμηνεία: εκείνος που έχει βοηθό στην εργασία του
Αρσενικό: Ενικός: διπλόχͮερος Πληθυντικός: διπλόχͮεροι
Θηλυκό: Ενικός: διπλόχͮερος Πληθυντικός: διπλόχͮεροι
Ουδέτερο: Ενικός: διπλόχͮερον Πληθυντικός: διπλόχͮερα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.