τρυπητέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρυπητέρ’
Προφορά: τρυπητέρ
-
όργανο με το οποίο τρυπούν, το καρφί του πέταλου ζώου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
όργανο με το οποίο τρυπούν κάτι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης