Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρομάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τρομάζω Προφορά: τρομάζω
  1. τρέμω από φόβο, υφίσταμαι τρεμουλιαστή κίνηση, τρέμω από ρίγος πυρετού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τρομάζω= έχω φόβο και τρόμο

Παρατηρήσεις - Σχόλια