Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρικατάρατος (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρικατάρατος Προφορά: τρικατάρατος
  1. αυτή που καταριέμαι μέρα Τρίτη που θεωρείται ημέρα αποφράδα, δυσοίωνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια