Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορταροτσίπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορταροτσ̌ίπ' Προφορά: ορταροτσίπ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    βελόνα πλεξίματος ορταρίων

    Παράδειγμα:
    Τ’ ορταροτσίπια άλλα τσ̌αλικένια έσαν κι άλλα χαλκωματένια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια