τσορτανοχάρτωμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ορτανοχάρτωμαν
Προφορά: τσορτανοχάρτωμαν
-
σανίδα μάκρος έως 1,20 επάνω στην οποία τοποθετούσαν κυλίνδρους υλιστού για να ξεραθούν, οπότε ονομάζονταν τσ̌ορτάνια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)