Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσοκαλίκ (το)
[Ουσιαστικό]
Προφορά: τσοκαλίκ
1) υλιστό παστωμένο σε ξύλινο σκεύος 2) στραγγισμένο ταν (Ιδίωμα: Σταυρί)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ομμόριζο - Παράγωγο:
τσ̌οκαλικέα (μυρωδιά του τσ̌οκαλίκ)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια