Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιχμάκ σοκάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιχμάκ’ σοκάκ’ Προφορά: τσιχμάκ σοκάκ
  1. αδιέξοδο, πάροδος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Υψηλαντη

    Παράδειγμα:
    Εβραίος έφυεν απ’ αδά έφυεν απ’ ακεί, ερούξεν σ’ έναν τσ̌ιχμάκ’ σοκάκ’ απέσ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια