τσιτσίλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσιτσίλ’
Προφορά: τσιτσίλ
-
1) πράγμα που έχει το σχήμα βυζιού, κυλινδρικό
2) η ρετσίνα του έλατου (όχι η πίσσα) που γίνεται μαστίχα και ονόμαζαν τσιτσιλομαστίκα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)