Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιτσέκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιτσ̌έκ’
Προφορά: τσιτσέκ
άνθος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Εύρες το τσιτσ̌έκ να παίρ’τς μέλ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
λουλούδ (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
τσιτσάκ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια