Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιρτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιρτίζω Προφορά: τσιρτίζω
  1. μπαίνω, κρυφοβλέπω, ξεπετάγομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παραδείγματα:
    1) Ο ήλεν ας σο παραθύρ’ ετσ̌ίρτιξεν απέσ’. (μπαίνω)
    2) Το γαίμαν ετσ̌ίρτιξεν. (ξεπετάγομαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια