Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσουρμουγκλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσουρμουγκλίζω Προφορά: τσουρμουγκλίζω
  1. 1) λέγεται για το σκύλο όταν από φόβο ή πείνα βγάζει παραπονιάρικες, κλαψιάρικες φωνές 2) τσουγκρανίζω κλαίοντας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Ο σ̌κύλον ύλαζεν κι ετσ̌ουρμούγκλιζεν. (τσουγκρανίζω κλαίοντας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια