Γραφή στην Ποντιακή: τσουρμουγκλίζωΠροφορά: τσουρμουγκλίζω
1) λέγεται για το σκύλο όταν από φόβο ή πείνα βγάζει παραπονιάρικες, κλαψιάρικες φωνές
2) τσουγκρανίζω κλαίονταςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παράδειγμα:
Ο σ̌κύλον ύλαζεν κι ετσ̌ουρμούγκλιζεν. (τσουγκρανίζω κλαίοντας)