βέργα, πίπαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη τσ̌ιπούκ’
Παραδείγματα:
1) Όλα̤ τα ζα με τ’ έναν τσ̌ιπούχ’ λαλεί (δεν κάμνει διακρίσεις). (βέργα)
2) Τη τσιχαρί’ ατ’ το τσ̌ιπούχ’ ας σο κεράσ’ έν (από ξύλο κερασιάς). (πίπα)