Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιπουχέα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιπουχέα
Προφορά: τσιπουχέα
ξύλισμα με βέργα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη τσιπούκ
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσιπουκέα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια