τριήμερον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τριήμερον
Προφορά: τριήμερον
-
η τριήμερη νηστεία με αποχή από κάθε τροφή τις πρώτες μέρες της Μ. Τεσσαρακοστής, γιορτή τριών ημερών όπως Χριστούγεννα - Πάσχα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης