Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δίπιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπιστος Προφορά: δίπιστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    με δύο θρησκείες, στα φανερά Τούρκος και κρυφά Χριστιανός

    Παράδειγμα:
    Ο Γεμέλ’τς άς σήν Χάραβαν, έτονε δίπιστος.

  2. κρυφοχριστιανός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    ο έχων δύο πίστες μία φανερή και μία κρυφή

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που πιστεύει σε δύο θρησκείες

Παρατηρήσεις - Σχόλια