Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριήμερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τριήμερος Προφορά: τριήμερος
  1. αυτός που έχει ηλικία τριών ημερών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια