Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριγών (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριγών’ Προφορά: τριγών
  1. γαμήλιος άρτος τριγωνικού σχήματος που πλάθεται στο σπίτι των μελλόνυμφων από δύο παρθένες ή γυναίκες πρωτόγαμες, Χριστουγεννιάτικος τριγωνικός άρτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. Χριστουγεννιάτικο τριγωνικό ψωμί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια