Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τριβώλισμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τριβώλισμαν
Προφορά: τριβώλισμαν
το όργωμα χωραφιού για τρίτη φορά, το σπάσιμο των βώλων χωραφιού για τρίτη φορά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια