τρίβιτζον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρίβιτζον
Προφορά: τρίβιτζον
-
δεσμίδα από τρεις βέργες άγριας λεπτοκαρυάς, άγριας τριανταφυλλιάς και άγριας ροδοδάφνης που χρησιμοποιείται σε μαγική πράξη της πρωτομαγιάς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης