Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίπαντρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπαντρος Προφορά: δίπαντρος
  1. διπλοπαντρεμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παράδειγμα:
    Ελέπ’ν ατον κι οι δίπαντροι και σύρ’νε δύ’ς αντρούδας.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ο παντρεμένος δύο φορές

Παρατηρήσεις - Σχόλια