Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαυρίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαυρίδ' Προφορά: σαυρίδ
  1. το ψάρι σαυρίδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από την αρχαιοελληνική λέξη σαυρίδιον, σαύρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια