Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σασιρεμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ασ̌ιρεμένος
Προφορά: σασιρεμένος
αυτός που βρίσκεται σε αμηχανία/ εκείνος που τα έχει χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια