Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαρίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαρίκ' Προφορά: σαρίκ
  1. το λευκό περιτύλιγμα του κεφαλιού Μουσουλμάνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη sarik

Παρατηρήσεις - Σχόλια