Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαράγι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαράγι Προφορά: σαράγι
  1. ανάκτορο, μέγαρο διοικητήριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από το τουρκικό saray

Παρατηρήσεις - Σχόλια