Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πακιρτσής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πακιρτσ̌ής Προφορά: πακιρτσής
  1. χαλκουργός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Ο Θωμάς πακιρτσ̌ής έτον σην Ανεφορίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια