κακέβγαλτος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κακέβγαλτος
Προφορά: κακέβγαλτος
-
που βγαίνει δύσκολα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) αυτός που δύσκολα πληρώνεται
2) που δύσκολα διανύεται (για δρόμο)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης