Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαμαρτζηλίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαμαρτζ̌ηλίκ' Προφορά: σαμαρτζηλίκ
  1. η τέχνη του σαμαρτζή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη semercilik

Παρατηρήσεις - Σχόλια