σαμαρλαμά (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σα̤μα̤ρλα̤μά̤
Προφορά: σαμαρλαμά
-
γείσο
το πάνω από τους τοίχους τμήμα του κτηρίου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
Το γείσωμα που εσχηματίζετο με πέτρες και λάσπη γύρω γύρω
επάνω στις 4 άκρες του δώματος για να μη αφήνει το νερό της βροχής να τρέχει στην πρόσοψη, παρά μόνο από ένα σημείο της στέγης όπου τοποθετούσαν κρενίν, δηλαδή ξύλινο κρουνό.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)