Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαμοβάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαμοβάρ' Προφορά: σαμοβάρ
  1. συσκευή παρασκευής τσαγιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    ρωσική, από τη ρωσική λέξη samovar

Παρατηρήσεις - Σχόλια