Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσούζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ούζω Προφορά: τσούζω
  1. πονώ, λυπιέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Έκοψα το χͮέρι μ’ και τσ̌ούζ’.
    2) Τσ̌ούζω σε πούλι μ’, τσ̌ούζω σε, τσ̌ούζω σε και πονώ σε. (μεταφορικά πονώ γιά άλλον, λυπούμαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια