Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουχνίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουχνίζω Προφορά: τζουχνίζω
  1. τηγανίζω 1) καίγομαι (για φαγητό) γιατί σώθηκε το νερό 2) αφαιρώ τα πούπουλα πτηνού ή το τρίχωμα δέρματος με καύση, ώστε να παραχθεί μυρωδιά 3) καθαρίζω ψάρι από τα λέπια ή τα αγκάθια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    τζουχνίουμαι= εκπέμπω οσμή κνίσσας

Παρατηρήσεις - Σχόλια