Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουρώνω Προφορά: τζουρώνω
  1. 1) κάνω τη βρύση, πηγή να στερέψει 2) αδειάζω δοχείο από το περιεχόμενο νερό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    τζουρούμαι= στερεύω, παύω να δίνω γάλα

Παρατηρήσεις - Σχόλια