Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τζούρωμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζούρωμαν
Προφορά: τζούρωμαν
1) στέρεμα αγελάδας που παύει να δίνει γάλα 2) το στέρεμα βρύσης, πηγής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια