Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τζουροπέαδον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζουροπέαδον
Προφορά: τζουροπέαδον
βρύση χωρίς νερό, στερεμένη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσουροπέαδον (το)
τσουροπέγαδον (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια