Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουροπέαδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουροπέαδον Προφορά: τζουροπέαδον
  1. βρύση χωρίς νερό, στερεμένη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια