Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συμφέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συμφέρ' Προφορά: συμφέρ
  1. 1) προσφέρει κέρδος, ωφέλεια 2) είναι επικερδές, ωφέλιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια