Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συμπόσια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συμπόσια Προφορά: συμπόσια
  1. τραπέζωμα διασκέδαση συμπόσιου, φαγητά και ποτά που φέρνουν στα γονικά της νύφης την Πέμπτη μετά την Κυριακή του γάμου οι συγγενείς και φίλοι και διασκεδάζουν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια