συμπόσια (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συμπόσια
Προφορά: συμπόσια
-
τραπέζωμα
διασκέδαση συμπόσιου, φαγητά και ποτά που φέρνουν στα γονικά της νύφης την Πέμπτη μετά την Κυριακή του γάμου οι συγγενείς και φίλοι και διασκεδάζουν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης