Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
συμπιλίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: συμπιλίζω
Προφορά: συμπιλίζω
εκτελώ κάτι με επιτυχία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ρήμα συμπιλώ= συμπυκνώνω κάτι με συμπίεση
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια