Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συλλόγγιση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συλλόγγιση Προφορά: συλλόγγιση
  1. σκέψη, συλλογισμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια