συδαύλισμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συδαύλισμαν
Προφορά: συδαύλισμαν
-
αναζοπύρωση της φωτιάς με το ανακάτωμα των ξύλων, ραδιουργία για τη δημιουργία προσκομμάτων σε κάποια υπόθεση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης