Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στυφιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στυφά̤ζω Προφορά: στυφεάζω
  1. βάζω κάτι στη στύψη, στη στυφάδα, σε στυφή γεύση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια