στυλιάρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στυλιάρ'
Προφορά: στυλιάρ
-
ρόπαλο
μακρύ ξύλο που χρισιμεύει ως λαβή ή μοχλός σε διάφορα εργαλεία, ξύλινο ραβδί, ο εντελώς άξεστος και ανεπίδεκτος μάθησης, ο στύλος που υποβαστάζει τη στέγη σπιτιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης