Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στρατοδέσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στρατοδέσιμον Προφορά: στρατοδέσιμον
  1. έθιμο του γάμου κατά το οποίο εμποδίζουν τη γαήλια πομπή και τη διάβαση του γαμπρού αποκλείοντας τον δρόμο ή με τεντωμένο σκοινί ή με λεπτό δοκάρι, σταματάει δε ο αποκλεισμός με χρηματικό φιλοδώρημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια