στρατοδέσιμον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στρατοδέσιμον
Προφορά: στρατοδέσιμον
-
έθιμο του γάμου κατά το οποίο εμποδίζουν τη γαήλια πομπή και τη διάβαση του γαμπρού αποκλείοντας τον δρόμο ή με τεντωμένο σκοινί ή με λεπτό δοκάρι, σταματάει δε ο αποκλεισμός με χρηματικό φιλοδώρημα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης