Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιγκαλίδα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζιγκαλίδα Προφορά: τζιγκαλίδα
  1. κατεργιά, πανουργιά 1) στριμμένη πολύ κλωστή 2) μαλλί κατσαρό 3) άνθρωπος στριμμένος, πονηρός, πανούργος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια