Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ταράχτες (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ταράχτες
Προφορά: ταράχτες
ταραξίας (για άνδρα και γυναίκα)
αυτός που προκαλεί φασαρίες, όργανος διακίνησης κάποιου πράγματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
ταραχτέας (ο)
ταραχτετής (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια