Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τάραγμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τάραγμαν
Προφορά: τάραγμαν
1) ανακάτωμα διαφόρων πραγμάτων 2) η πρόκληση σύγχυσης για αποτυχία από ραδιουργία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τάραγμα= ταραχή
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια