κουμούς (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουμούσ̌'
Προφορά: κουμούς
-
μπουμπούκι
1) το μισοανοιγμένο μάτι του φυτού 2) το αγκαθωτό περίβλημα του κάστανου, ο καρπός του ελάτου (Ιδίωμα: Σαντάς)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)