Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταξίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταξίδ' Προφορά: ταξίδ
  1. μετανάστευση περιοδεία μοναχών για συλλογή εράνων σε γεωργικά είδη ή κτηνοτροφικά και σε χρήμα υπέρ μονής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια