Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τάμπλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τάμπλα Προφορά: τάμπλα
  1. 1) δίσκος μεταλλικός μικρός για απορρίματα τσιγάρων 2) είδος καλύμματος του γυναικείου κεφαλιού που μοιάζει με δίσκο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη tabula- ae= πίνακας, σανίδα, πλάκα

Παρατηρήσεις - Σχόλια