Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τακάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τακάτ' Προφορά: τακάτ
  1. αντοχή, κουράγιο δύναμη σωματική Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη takat= δύναμη

Παρατηρήσεις - Σχόλια